Η σπηλιά του Sawney Beane: Ιστορία φρίκης

O Sawney Beane γεννήθηκε, το 1547 κοντά στο Εδιμβούργο, στη Σκωτία. Οι γονείς του δούλευαν σκληρά και μεγάλωσαν το γιο τους με τον καλύτερο τρόπο που μπορούσαν. Όμως, από νεαρή κιόλας ηλικία, φάνηκε ότι ο Sawney ήταν ένα προβληματικό παιδί με λιγοστούς φίλους. Καθώς μεγάλωνε, ανέπτυξε ένα επιθετικό χαρακτήρα σε συνδυασμό με απέχθεια σε οποιουδήποτε είδους αρχή ή εξουσία. Το έγκλημα ήρθε φυσιολογικά στον Sawney σαν η μόνη επιλογή, η εναλλακτική της τίμιας ζωής απλώς δεν υπήρξε ποτέ γι αυτόν.

Ο Sawney δεν ήθελε καμία σχέση με τη ζωή που οι γονείς του θεωρούσαν καλή γι αυτόν. Παντρεύτηκε μια νεαρή κοπέλα με εξίσου ταραγμένη προσωπικότητα και πήγαν να ζήσουν μαζί στα παράλια της Σκωτίας, στο Galloway.

Εκεί βρήκαν στέγη σε ένα μεγάλο θαλάσσιο σπήλαιο. Η σπηλιά είχε μήκος 1600 μέτρα με πολλές πλευρικές διακλαδώσεις. Δύο φορές την ημέρα η παλίρροια πλημμύριζε τα πρώτα 180 μέτρα του σπηλαίου και κάλυπτε τελείως τη χαμηλή του είσοδο. Από αυτό το ασφαλές κρησφύγετο, το ζευγάρι εξορμούσε για νυκτερινές επιθέσεις που περιελάμβαναν ληστείες και φόνους. Χτυπούσαν ανυποψίαστους ταξιδιώτες, στους σκοτεινούς δρόμους μεταξύ των χωριών και συνήθιζαν να μην αφήνουν ζωντανούς πίσω τους. Έπαιρναν τα πάντα από τα θύματα τους, κοσμήματα, τιμαλφή και ρούχα και πετούσαν τα κορμιά στη θάλασσα.

Τα νέα για τους αγνοούμενους γρήγορα κυκλοφόρησαν σε όλη τη χώρα. Πολλοί, φοβισμένοι εγκατέλειψαν την περιοχή που γρήγορα ερημώθηκε. Οι ντόπιοι χωρικοί πανικοβλήθηκαν και έφθασαν στο σημείο να εκτελέσουν αθώους ανθρώπους που θεωρήθηκαν ύποπτοι. Οι εξαφανίσεις όμως συνέχισαν. Ο βασιλιάς James VI της Σκωτίας θορυβήθηκε τόσο πολύ ώστε έστειλε κατασκόπους στην περιοχή για να διαλευκάνουν την υπόθεση, μόνο και μόνο για να εξαφανιστούν και αυτοί χωρίς κανένα ίχνος.

Τελικά, ο Sawney και η γυναίκα του έκαναν και παιδιά. βρισκαν όλο και πιο δύσκολο το να θρέψουν τη φαμίλια τους που μεγάλωνε. Μια μέρα όμως, το ζεύγος Beanes είχε μια εξαιρετική ιδέα. Γιατί να πηγαίνει χαμένο το κρέας των θυμάτων τους και να μην τρέφουν με αυτό τα παιδιά τους; Από τη μέρα εκείνη και μετά, όλα τα θύματα μεταφέρονταν στο σπήλαιο.

Τα σώματα τεμαχίζονταν, στεγνώνονταν, αλατίζονταν κι έμπαιναν στη σαλαμούρα! Η τροφή ήταν και πάλι αρκετή για όλους. Με αυτόν τον τρόπο έζησε η οικογένεια Beanes για 25 χρόνια. Έτσι μεγάλωσαν τους 8 γιους και τις 6 κόρες τους, που έκαναν με τη σειρά τους 32 εγγόνια. Όλα τα μέλη της οικογένειας ζούσαν στο σπήλαιο και όλα μεγάλωσαν με τις «αξίες» του εγκλήματος και του κανιβαλισμού.

«Κυνηγώντας» ομαδικά, σαν αγέλες άγριων σκύλων, οι Beane αύξησαν ασύστολα τη συχνότητα των φόνων. Παλιότερα σκότωναν για να επιβιώσουν, τώρα πια ίσως για τη συγκίνηση και μόνο. Παρ’ όλο που ήταν καλά εκπαιδευμένοι, το να κάνουν το μοιραίο λάθος δεν ήταν παρά θέμα χρόνου.

Σύμφωνα με το θρύλο, ένα αντρόγυνο γυρνούσε από ένα κοντινό πανηγύρι πάνω στο άλογό τους.

Οι Beane τους περικύκλωσαν και επιτέθηκαν στη γυναίκα. Μέσα σε δευτερόλεπτα την ξεγύμνωσαν και την ξεκοίλιασαν. Μετά, σαν αρπακτικά θηρία της ήπιαν το αίμα. Ο σύζυγος πάλεψε απελπισμένα για τη ζωή τους. Τη στιγμή που θα τον κατέβαζαν από το άλογο του, μια άλλη ομάδα 21 ατόμων που γυρνούσαν από το πανηγύρι, έφθασε στο σημείο εκείνο. Βλέποντας ότι είναι λιγότεροι, οι Beane υποχώρησαν βιαστικά στο δάσος και από εκεί κατέφυγαν στην ασφάλεια της σπηλιάς τους.

Ο άντρας και το κομματιασμένο πτώμα της γυναίκας του μεταφέρθηκαν και παρουσιάσθηκαν στο Μάγιστρο, τον ανώτατο άρχοντα της Γλασκώβης. Την επόμενη ημέρα, τετρακόσιοι στρατιώτες με εικοσιτέσσερα σκυλιά συγκεντρώθηκαν για να ξεκινήσουν το μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό στην ιστορία της Σκωτίας. Με επικεφαλής τον ίδιο τον βασιλιά James, απλώθηκαν στην επαρχία του Galloway προς αναζήτηση της φρικαλέας ομάδας.

Έψαχναν για μέρες χωρίς αποτέλεσμα. Πολλές φορές πέρασαν έξω από το σπήλαιο χωρίς να υποψιασθούν κάτι βλέποντας την πλημμυρισμένη από νερά είσοδο του. Τελικά όμως, σε μία περιπολία έξω από το σπήλαιο σε στιγμή αμπώτιδος, τα σκυλιά όρμησαν μέσα γαυγίζοντας και ουρλιάζοντας λυσσασμένα. Οι άντρες ακολούθησαν με αναμμένους πυρσούς και γυμνά σπαθιά, ψάχνοντας κάθε πιθανή κρυψώνα. Μετά από διαδρομές πολλών εκατοντάδων μέτρων, έφθασαν σε μία μεγάλη αίθουσα.

Από τους τοίχους και την οροφή κρέμονταν μπράτσα, χέρια, πόδια και κορμιά ανδρών, γυναικών και παιδιών.

Σε άλλες αίθουσες υπήρχαν μεγάλα βαρέλια γεμάτα με τεμαχισμένα ανθρώπινα μέλη, διατηρημένα στην άλμη. Συνειδητοποιώντας ότι πρέπει να ενεργήσουν γρήγορα για να μην εγκλωβιστούν στο σπήλαιο, από την παλίρροια, άφησαν τα σκυλιά ελεύθερα στη σκοτεινή σπηλιά. Μέσα σε λίγα λεπτά, τα σκυλιά στρίμωξαν τον Sawney και την οικογένεια στο τέρμα του σπηλαίου. Τους συνέλαβαν όλους, 48 άτομα – άντρες, γυναίκες και παιδιά και τους οδήγησαν πεζή στο Εδιμβούργο. Τα απομεινάρια των νεκρών θάφτηκαν έξω από το σπήλαιο.

Παρ’ ότι ο βασιλιάς James ο 6oς προσπαθούσε να οργανώσει το δικαστικό σύστημα της χώρας, αποφάσισε ότι αυτή η απαίσια ορδή δεν άξιζε δίκης (παρά το γεγονός ότι οι Beane μεγάλωσαν θεωρώντας το φόνο, την αιμομιξία και τον καννιβαλισμό σαν κανονικό τρόπο ζωής και απομονωμένοι καθώς ήταν από την κοινωνία, δεν έβρισκαν κάτι μεμπτό σε αυτά). Όλη η οικογένεια καταδικάστηκε σε βασανισμό και εκτέλεση, χωρίς δίκη.

Οι Beane εκτελέστηκαν με τρόπο σκληρό όσο κι αυτός που δολοφονούσαν τα θύματα τους. Τα σώματα των ανδρών διαμελίσθηκαν, τους αφαίρεσαν τα χέρια και τα πόδια, και τους άφησαν να αιμορραγούν ενώ οι γυναίκες αναγκάστηκαν να παρακολουθούν. Ύστερα τις πέταξαν ζωντανές σε τρεις φωτιές που άναψαν για αυτό το σκοπό. Ούτε μία στιγμή κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης, δεν έδειξαν οι Beanes το παραμικρό σημάδι μετάνοιας ή τύψης για τα εγκλήματα τους.

Εικάζεται ότι ο Sawney και η οικογένεια του εκτέλεσαν περισσότερους από 1000 ανθρώπους. Μάλιστα έχουν «διακριθεί» με καταχώρηση σε μία από τις αρχικές εκδόσεις του βιβλίου των ρεκόρ “Guinness” ως μία από τις πιο πολυπληθείς και δολοφονικές, κανιβαλιστικές συμμορίες της ανθρωπότητας.

Τέλος, ένας ανώνυμος στιχουργός, έγραψε το παρακάτω τραγούδι:

Η μπαλλάντα του Σώνυ Μπην

Μην πας ποτέ στο Γκαλλογουαίη

άκου με λίγο φίλε πριν

για τους κινδύνους να σου πω

φυλάξου από τον Σώνυ Μπην

Κανείς δεν ξέρει ότι είναι εκεί

κι έχει θωριάν όχι γνωστήν

μα αν τόνε δεις, μοίρα κακιά

θά ‘χεις στα χέρια του Σώνυ Μπην

Γιατί ο Σώνυ έχει γυναίκα

κι έχει μωρά να θρέψει κι αυτήν

κι έχουν μάθει να τρων ανθρώπινο κρέας

στη σπηλιά του Σώνυ Μπην

Και η φάρα του Σώνυ είναι όλο κόρες

με φύσιν ευαίσθητην και λεπτήν

Χα! που του πατρός τους το σπόρο σκορπίσαν

παντού στη σπηλιά του Σώνυ Μπην

Και η φάρα του Σώνυ είναι όλο γιους

καθείς με λεπίδαν, αιχμηρήν, κοφτερήν

του ταξιδιώτη για να χύνουν το αίμα

που συναντάει τον Σώνυ Μπην

Αν λοιπόν ως εκεί ταξιδέψεις

τον κίνδυνο ξέρε από πριν

αν θα σε πιάσουν θα γεμίσει το αίμα σου

τη σπηλιά του Σώνυ Μπην

Θα σε κρεμάσουν και το λαιμό θα σ’ ανοίξουν

και το κορμί θα λιανίσουν με δουλειά αιματηρήν

τα κόκκαλα σου στα μικρά θα τα δώσουν

στη σπηλιά του Σώνυ Μπην

Ωστόσο φόβο μην έχεις, στρατός πλησιάζει

μ’ εντολή απ’ τη Βασίλισσα τη σεβαστήν:

«φωτιά και τσεκούρι!» και πίσω να φέρουν

το κεφάλι κομμένο του Σώνυ Μπην

Τους κρεμάσαν ψηλά, στο Εδιμβούργο

τη φαμίλια τους όλη την φοβερήν

ο αέρας φυσάει, τα κόκκαλα τους παγώνει

στην Κόλαση πήγαν. Αμήν.

Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης, Εξάρχεια, Αθήνα

Τούτη η γης που την πατούμε

όλοι μέσα θε να μπούμε

Σημείωση: η ιστορία του Σώνυ Μπην είναι η βάση για έναν από τους πιο γνωστούς, εδώ και αιώνες, Σκωτσέζικους θρύλους.

Πηγή: το βιβλίο “True Tales of Terror in the caves of the World” του Paul Jay Steward, Αμερικανού σπηλαιολόγου και συγγραφέα που έχει εκδόσει δύο συλλογές Ιστοριών Τρόμου, πραγματικών ή φανταστικών, που διαδραματίζονται σε σπήλαια.

Μετάφραση Χρήστος Τσατσαρώνης

Φωτογραφίες-εικονογράφηση: Ζ.Π.