Σπηλαιοβάραθρο «Μπέσντενες» στα Λουτρά Αμαράντου Κονίτσης Ιωαννίνων

Το χρονικό της εξερεύνησης από τον Σπηλαιολογικό Ελληνικό Εξερευνητικό Όμιλο (ΣΠ.ΕΛ.Ε.Ο.)

Στις 28 Οκτωβρίου 2008 η Ξένια Γεωργοπούλου συναντά τυχαία στον Αμάραντο Κονίτσης τον Γραμματέα του Πολιτιστικού Συλλόγου Αμαράντου κύριο Παναγιώτη Ζακόπουλο, ο οποίος την ενημερώνει για ένα μεγάλο βάραθρο με την επωνυμία «Μπέσντενες», στο οποίο όμως δεν μπορεί να την οδηγήσει λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων.

Στις 13 Δεκεμβρίου 2008 η Γεωργοπούλου με τον Γιώργο Κατσιαβό πραγματοποιούν αναγνωριστική αποστολή, με τη βοήθεια του κυρίου Ζακόπουλου. Το βάραθρο εντοπίζεται, κι ένα πρώτο αρμάτωμα οδηγεί μέχρι την είσοδο, όπου λαμβάνονται οι πρώτες φωτογραφίες.

Στις 28-30 Μαΐου 2009 πραγματοποιείται αποστολή από τη Γεωργοπούλου μαζί με τους Γιώργο Γεωργιάδη και Δημήτρη Ζέππο, οι οποίοι κατεβαίνουν μέχρι τα 100 περίπου μέτρα.

Στις 24-27 Ιουλίου 2009 οι Γεωργοπούλου, Γεωργιάδης και Ζέππος επιστρέφουν μαζί με τον Γιάννη Κασιμάτη και συνεχίζουν για άλλα 50 μέτρα περίπου.

Στις 28-30 Αυγούστου 2009 οι Γεωργοπούλου και Γεωργιάδης πραγματοποιούν μια ακόμη αποστολή μαζί με τους Θωμά Θεοδοσιάδη, Περικλή Κατσάνο και Διονύση Παπαδόπουλο. Ολοκληρώνεται η εξερεύνηση του κυρίως μέρους του σπηλαίου, που φτάνει στα -268 μέτρα.

Στις 24-28 Ιουνίου 2010 οι Γεωργοπούλου, Λευτέρης Καρτέρης, Jan van Driel, Χάρις Νικολαΐδου και Βασίλης Λιόλιος ολοκληρώνουν την εξερεύνηση και του τελευταίου ανεξερεύνητου τμήματος του σπηλαιοβαράθρου.

Σε όλες τις παραπάνω αποστολές η παρουσία του Παναγιώτη Ζακόπουλου ήταν αδιάλειπτη και πολύτιμη.

Σύντομη περιγραφή του σπηλαιοβαράθρου

Η είσοδος του σπηλαίου είναι εντυπωσιακή. Σ’ αυτήν οδηγούν δύο σάρες (πρανή), η μια πιο απότομη κι η άλλη απέναντί της πιο προσβάσιμη, ενώ μεταξύ τους βρίσκεται μια μεγάλη ενιαία βραχώδης επιφάνεια («καθρέφτης») [φωτ. 1]. Η πρόσβαση στις περισσότερες αποστολές (εκτός της τελευταίας) έγινε από την λιγότερο απότομη σάρα, με την τοποθέτηση του σχοινιού σε δέντρο στο επάνω μέρος της. Στην τελευταία αποστολή το αρμάτωμα έγινε από τον βράχο.

Στο κάτω μέρος της μεγάλης βραχώδους επιφάνειας, εκεί που καταλήγουν οι σάρες, βρίσκεται η είσοδος του σπηλαίου, που αποτελείται από μερικά ογκώδη «σκαλοπάτια» σε βραχώδες υπόστρωμα [φωτ. 2, 3]. Κατεβαίνοντας αυτά τα σκαλοπάτια, ο βράχος γίνεται κάθετος και το φως χάνεται στο πρώτο μεγάλο κάθετο τμήμα του βαράθρου, που φτάνει τα 80 μέτρα [φωτ. 4].

Λίγο πιο κάτω, ένα ακόμη μεγαλύτερο κάθετο τμήμα, που αγγίζει τα 100 μέτρα, καταλήγει σ’ έναν τεράστιο σωρό από πέτρες. Στο σημείο εκείνο, στα -200 περίπου μέτρα, το φως της μέρας είναι ακόμα ορατό, λόγω και της μεγάλης διαμέτρου της χοάνης του σπηλαίου, που κατά μέσον όρο αγγίζει τα 30 μέτρα [φωτ. 5].

Από τον πυθμένα του μεγάλου κάθετου τμήματος, στα -200 μέτρα, ξεκινά μια σήραγγα μήκους 50 μέτρων περίπου, η οποία οδηγεί, μετά από ένα μικρό κατέβασμα, σε μια μεγάλη αίθουσα, μήκους 50 περίπου μέτρων [φωτ. 6]. Η αίθουσα αυτή οδηγεί σ’ έναν μικρό διάδρομο, ο οποίος καταλήγει, μετά από ένα μικρό κατέβασμα, στο τέρμα αυτού του τμήματος του σπηλαίου. Είναι ένας μικρός χώρος σε δύο επίπεδα, το δάπεδο του οποίου καλύπτεται από λάσπη, όπως και το δάπεδο της μεγάλης αίθουσας.

Από τη σήραγγα που προαναφέρθηκε ξεκινά ένα ακόμη τμήμα του σπηλαίου. Ένα κατέβασμα 16 περίπου μέτρων καταλήγει σε μια αίθουσα με «αναβαθμίδες», η οποία από τη μια πλευρά, ύστερ’ από ένα κατέβασμα 4 περίπου μέτρων, καταλήγει στο ίδιο επίπεδο με το υπόλοιπο σπήλαιο, ενώ από την άλλη φτάνει σε μια «καμινάδα» που είναι ορατή από το κυρίως τμήμα του σπηλαίου. Από την αίθουσα αυτή, που ξεπερνά σε μήκος τα 50 μέτρα, ξεκινούν τρεις μικρότερες στοές, οι δύο ανηφορικές, με συνολικό μήκος που αγγίζει τα 40 μέτρα.

Το σπήλαιο δεν διαθέτει ιδιαίτερο διάκοσμο. Ωστόσο σε κάποιο σημείο το σταλακτιτικό υλικό έχει σχηματίσει μια λεπτή κρούστα αφήνοντας κενό ανάμεσα στον βράχο και το υλικό, που είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό όταν φωτιστεί κατάλληλα.

Το βάθος του σπηλαιοβαράθρου μετρήθηκε κατά τη χαρτογράφηση στα -268 μέτρα.

Η προέλευση της ονομασίας του σπηλαίου

Έξι χρόνια μετά την ολοκλήρωση της εξερεύνησης, τον Ιούνιο του 2016, έτυχε να συζητήσουμε για το βάραθρο με το μέλος του ΣΠ.ΕΛ.Ε.Ο. Ania Lukashevich, η οποία μας είπε ότι «bezdna» στα ρωσικά σημαίνει «άβυσσος».

Συντάκτης: Ξένια Γεωργοπούλου