Φωτογράφιση σπηλαίων

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των άρθρων εφ’ όσον αναφέρεται ο σύλλογος, ο τίτλος του συγγράμματος και ο συγγραφέας. Θα πρέπει η αναδημοσίευση να χρησιμοποιείται για να προαχθεί η σπηλαιολογία αλλά και να μην είναι ενάντια στα συμφέροντα του συλλόγου.

Εισαγωγή στην σπηλαιοφωτογράφηση

Γιάννης Δέμης, μέλος ΣΠΕΛΕΟ

Στις γραμμές που ακολουθούν παραθέτουμε τα σημαντικότερα σημεία από το κεφάλαιο «εισαγωγή στην σπηλαιοφωτογράφηση» του εγκολπίου σπηλαιολογίας του ΣΠΕΛΕΟ.

Εργαζόμενοι με Φλας

Οι σπηλαιολόγοι έχουν συνήθως πολυποίκιλα ενδιαφέροντα όταν επισκέπτονται ένα σπήλαιο – εξερεύνηση, χαρτογράφηση, βιολογία και φωτογράφηση γιά να αναφέρουμε μερικά – γι’ αυτό οι σπηλαιοαποστολές μπορεί να συνδυάζουν μια πληθώρα στόχων. Τα ενδιαφέροντα καθενός δεν συμπίπτουν απαραίτητα και ο χρόνος είναι συνήθως περιορισμένος. Η σπηλαιοφωτογράφηση χρειάζεται συνήθως πολύ χρόνο και ο στόχος του σπηλαιοφωτογράφου θα πρέπει να είναι η ελαχιστοποίηση αυτού του χρόνου. Η χρονοτριβή για το στήσιμο περίπλοκων λήψεων όταν οι υπόλοιποι της ομάδας έχουν άλλες εργασίες μόνο αποτυχία και εκνευρισμό μπορεί να φέρει.

Το φλας στην μηχανή

Υπογείως, η χρήση του φλας όταν αυτό είναι τοποθετημένο πάνω στη μηχανή είναι ο απλούστερος και γρηγορότερος τρόπος για να φωτογραφήσει κάποιος. Δυστυχώς η υγρασία που υπάρχει σε κάθε σπήλαιο διαχέει και ανακλά τρομακτικά το φως του φλας με αποτέλεσμα φωτογραφίες ξεθωριασμένες και άχρωμες. Τα αντικείμενα που είναι πιο κοντά στη ΦΜ(Φωτογραφική Μηχανή) επηρεάζονται λιγότερο αφού είναι μικρότερη η απόσταση μεταξύ της ΦΜ(φλας) και του αντικειμένου και συνεπώς λιγότερη η υγρασία που παρεμβάλλεται. Για να αποφύγουμε αυτό το φαινόμενο ο κανόνας είναι να απομακρύνουμε το φλας από την ΦΜ ο φωτισμός του αντικειμένου υπό γωνία συνήθως βελτιώνει αφάνταστα το αποτέλεσμα ακόμα και αν το φλας κρατιέται σε απόσταση ενός χεριού.

Ανοικτό φλας

Ο χειροκίνητος έλεγχος όλων των λειτουργιών της ΦΜ απλοποιεί σημαντικά τα προβλήματα της σπηλαιοφωτογράφησης. Στην πράξη ένα μοναδικό φλας και η σωστή χρήση του Β μπορούν να δώσουν εξαιρετικές φωτογραφίες σε ελάχιστο χρόνο.

Η σπηλαιοφωτογράφηση απαιτεί την ΦΜ στερεωμένη σε τρίποδο. Στην τεχνική του ανοικτού φλας , ο φωτοφράκτης παραμένει ανοικτός σε Β (με καλώδιο ή με το χέρι) και ένα ή περισσότερα φλας ενεργοποιούνται από τα μοντέλα – σπηλαιολόγους. Τα φλας μπορούν να ενεργοποιηθούν από οποιαδήποτε θέση και σε οποιαδήποτε στιγμή κατά την διάρκεια της έκθεσης χωρίς την ανάγκη να συγχρονιστούν με τον φωτοφράκτη.

Με την ΦΜ στερεωμένη σε τρίποδο ο φωτογράφος έχει την ευκαιρία να κανονίσει την σύνθεση της φωτογραφίας του. Ένα κατά της τεχνικής αυτής είναι το βάρος και ο όγκος του τριπόδου που χρησιμοποιείται. Η φωτογράφηση παίρνει περισσότερη ώρα και καθώς ο σπηλαιολόγος-μοντέλο χρειάζεται να μείνει ακίνητος για πολύ μεγαλύτερο διάστημα η πόζα του μπορεί να φαίνεται στατική.

Σε απόλυτο σκοτάδι δεν είναι ανάγκη τα φλας και ο φωτοφράκτης να συγχρονιστούν απόλυτα το σύντομο διάστημα που κρατά μια φλασιά επιτρέπει ακόμα και το κράτημα της ΦΜ στο χέρι σε περίπτωση που χρησιμοποιείται ένα μόνο φλας (όταν δύο ή περισσότερα φλας χρησιμοποιούνται, το αναπόφευκτο κούνημα της ΦΜ θα δώσει διπλά είδωλα. Το κράτημα με το χέρι της ΦΜ σε περίπτωση που χρησιμοποιείται η τεχνική του ανοικτού φλας είναι ιδανική σε αθλητικές σπηλαιολογικές εξορμήσεις ή όταν ο χρόνος είναι πολύ περιορισμένος.

Καθυστερήσεις μεταξύ του ανοίγματος του φωτοφράκτη και της ενεργοποίησης του φλας πρέπει να ελαχιστοποιούνται, μια και είναι πολύ πιθανό η ΦΜ να κουνηθεί αφού το κράτημά της απόλυτα ακίνητης είναι σχεδόν αδύνατο. Η χρήση ενός βράχου, κράνους ή αλλού ακίνητου αντικειμένου για σταθεροποίηση της ΦΜ ελαττώνει αυτό το πρόβλημα.

Οποιοδήποτε κινούμενο φως μέσα στην εικόνα καταγράφεται ως μια γραμμή φωτός όπως ακριβώς θα καταγραφόταν ένα ακίνητο φως αν η ΦΜ δεν ήταν ακίνητη. Για την αποφυγή της δημιουργίας τέτοιων γραμμών είναι απαραίτητο να σβήνουν όλα τα φώτα των κρανών πριν ανοίξει ο φωτοφράκτης. Αυτό δυστυχώς οδηγεί σε φωτογραφίες μη αληθοφανείς μια και ένας σπηλαιολόγος που κατεβαίνει έναν καταρράκτη χωρίς ούτε ένα φως πάνω του είναι κάπως αφύσικο. Με προσοχή , αν ο φωτοφράκτης μείνει ανοικτός για περίπου 1 δευτερόλεπτο ο σπηλαιολόγος μπορεί να αφήσει αναμμένο το κράνος του.

SLAVES

Τα slaves μας επιτρέπουν να αποφεύγουμε τις στατικές πόζες, να συγχρονίζουμε πολλά φλας μεταξύ τους και γενικότερα να επιταχύνουμε την διαδικασία της φωτογράφησης. Για να λειτουργήσει η τεχνική αυτή χρειάζονται το λιγότερο δύο φλας ένα πάνω στη ΦΜ για να πυροδοτήσει το slave όταν ανοίξει ο φωτοφράκτης, και το άλλο για να φωτίσει το αντικείμενο. Επειδή το φλας και ο φωτοφράκτης συγχρονίζονται, τα κινούμενα φώτα των κρανών δεν αφήνουν φωτεινά ίχνη οπότε η φωτογραφία δράσης γίνεται πολύ ευκολότερη. Αντί να ποζάρει ακίνητος, ο σπηλαιολόγος μπορεί να κολυμπάει, να σκαρφαλώνει και γενικά να εκτελεί τις συνηθισμένες κινήσεις χωρίς τον φόβο να βγει κουνημένος.

Ένας παράγοντας καθοριστικής σημασίας σε μία επιτυχημένη φωτογραφία είναι η τοποθέτηση του ή των φλας. Οι νόμοι που διέπουν την τοποθέτηση των φλας δεν είναι απαράβατοι και ο πειραματισμός είναι απαραίτητος , αλλά υπάρχει ένας αριθμός βασικών κανόνων που αν ακολουθηθούν, το πιθανότερο η φωτογραφία μας να είναι αξιόλογη.

Ο βασικότερος κανόνας είναι η απομάκρυνση του φλας από την ΦΜ. Αν δεν γίνει αυτό, η υγρασία του αέρα και η ανάσα του φωτογράφου θα ανακλάσουν το φως πίσω στον φακό για να δώσουν φωτογραφία θολή, με μικρή αντίθεση(contrast) με μία ομίχλη να περικλείει το αντικείμενο. Αυτό το φαινόμενο παράγεται από οποιαδήποτε υγρασία ανάμεσα στον φακό και το αντικείμενο. Ένας σπηλαιολόγος μέσα στο κάδρο που πυροδοτεί το φλας προς την αντίθετη κατεύθυνση από την ΦΜ και κρατάει το σώμα του ανάμεσα στο αντικείμενο και την ΦΜ , εμφανίζεται σαν μία σκοτεινή σιλουέτα που περιβάλλεται από μία λευκή άλω. Στην περίπτωση αυτή το «πρόβλημα» βοήθησε στην δημιουργία μίας ενδιαφέρουσας φωτογραφίας. Από την στιγμή που οι αιτίες ενός προβλήματος γίνουν κατανοητές μπορούν είτε να αποφευχθούν είτε να χρησιμοποιηθούν υπέρ μας.

Βέβαια η ερώτηση παραμένει αν το φλας δεν επιτρέπεται να είναι κοντά στον φακό, που πρέπει να τοποθετείται; Η ακριβής τοποθέτηση εξαρτάται από το εφφέ που θέλουμε να δημιουργήσουμε. Ακόμα και μία μικρή απόσταση μεταξύ ΦΜ και φλας είναι αρκετή για να εκμηδενίσει το πρόβλημα της ανάκλασης από την υγρασία. Για να αποφύγουμε το φαινόμενο των κόκκινων ματιών ο σπηλαιολόγος θα πρέπει να μην κοιτάζει κατευθείαν τον φακό.

Φωτίζοντας το θέμα μας από τα πλάγια εντείνουμε την υφή και τις φωτοσκιάσεις ενώ για να πάρουμε μόνο την σιλουέτα του θέματος το φλας πρέπει να πυροδοτηθεί πίσω από αυτό (οπισθοφωτισμός). Ο πλαγιοφωτισμός και ο οπισθοφωτισμός χρησιμοποιούνται ευρέως στην σπηλαιοφωτογραφία μία και προσθέτουν δράμα και ατμόσφαιρα στην λήψη.

Οπισθοφωτισμός

Ο τεχνική του οπισθοφωτισμού είναι πολύ απλή αρκεί να φωτίσουμε το θέμα από πίσω χωρίς να φτάσει απευθείας φως στον φακό. Το αποτέλεσμα είναι να φωτισθεί μόνο το περίγραμμα του θέματος μας καθώς και οτιδήποτε γύρω από αυτό(πλαϊνοί τοίχοι, ταβάνι και πάτωμα). Η τεχνική αυτή δουλεύει καλύτερα όταν υπάρχει πολύ υγρασία στην ατμόσφαιρα γύρω από το θέμα η οποία διασκορπίζει το φως από το φλας και φωτίζει ομοιόμορφα το περιβάλλον του θέματος προσθέτοντας δράμα στη φωτογραφία. Ο σπηλαιολόγος που χειρίζεται το φλας του οπισθοφωτισμού είναι προτιμότερο να μην εμφανίζεται στο πλάνο της φωτογραφίας γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό ο σπηλαιολόγος-θέμα να τον καλύπτει. Η σκιά του αντικειμένου που θα πέσει προς την ΦΜ μπορεί να μεταβληθεί μεταβάλλοντας την απόσταση μεταξύ θέματος – φλας. Όσο πλησιάζει το φλας στο θέμα τόσο μεγαλώνει η σκιά που θα ρίξει αυτό προς την ΦΜ. Φωτίζοντας από την βάση ενός αντικειμένου αυξάνουμε το μήκος της σκιάς, ενώ φωτίζοντας υπό γωνία το μικραίνουμε. Όταν υπάρχει πολύ υγρασία στην ατμόσφαιρα και το αντικείμενο φωτίζεται από κοντά, ορατές ακτίνες φωτός σαν δάκτυλα χεριού σχηματίζονται γύρω από το αντικείμενο προσθέτοντας δράμα στη φωτογραφία μας.

Πολλές φορές αν φως απ’ ευθείας από το φλας πέσει στον φακό δημιουργείται μία μη επιθυμητή λάμψη η οποία μπορεί να μας καταστρέψει όλη την φωτογραφία.. Συνήθως αυτή η λάμψη έχει τη μορφή μίας σειράς κανονικών εξαγώνων και προκαλείται από ανακλάσεις του φωτός πάνω στην ίριδα του φωτογραφικού φακού. Για την εξάλειψη αυτού του προβλήματος είναι απαραίτητη η ακριβής ευθυγράμμιση μεταξύ πλαγιοφωτίζοντος φλας και ΦΜ. Άλλος τρόπος να ξεπεραστεί το πρόβλημα είναι η συγκάλυψη του φλας από κάποιο αντικείμενο. Ένα έξυπνα τοποθετημένο χέρι, ένας σπηλαιολόγος ή ένας βράχος μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να εξαφανίσουν οποιαδήποτε ακτίνα φωτός που θα έπεφτε κατευθείαν στο φακό και θα χαλούσε το αποτέλεσμα. Ένα χαρτόνι γύρω από την κεφαλή του φλας στερεωμένο με ένα λάστιχο είναι επίσης αρκετά αποτελεσματικό για την κατεύθυνση του φωτός του φλας μόνο εκεί που θέλουμε.

Αυτές οι δύο θέσεις του φλας είναι εκτός οπτικού πεδίου της ΦΜ και κανένας από τους δύο σπηλαιολόγους δεν εμφανίζεται στην φωτογραφία. Παρόλα αυτά, φως από την θέση Α χτυπάει τον φακό ενώ από την θέση Β όχι μια και οι βράχοι κλείνουν το δρόμο.

Ένα φλας πυροδοτήθηκε από την άκρη της εικόνας για να φωτίσει αυτούς τους ελικτίτες αλλά δεν καλύφθηκε αποτελεσματικά με αποτέλεσμα την εμφάνιση ανεπιθύμητης λάμψης στην δεξιά άκρη της φωτογραφίας.

Προσδιορισμός του σωστού διαφράγματος

Το «σωστό» διάφραγμα προσδιορίζεται με βάση τον οδηγό αριθμό του φλας, αλλά ο οπισθοφωτισμός εισαγάγει μεγάλες αποκλίσεις στη φωτομέτρηση. Ένα λάθος στο διάφραγμα είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα οδηγήσει σε υπέρ- ή υποφωτισμένες περιοχές μέσα στη φωτογραφία οι οποίες θα στερούνται οποιασδήποτε λεπτομέρειας. Υπερφωτισμός ή υποφωτισμός κατά 1 stop είναι αποδεκτός στις περισσότερες περιπτώσεις. Η γωνία του φωτισμού έχει επίσης επίδραση στην σωστή φωτομέτρηση μία και ο οδηγός αριθμός του φλας υπολογίζεται από την εταιρεία κατασκευής θεωρώντας ότι το φλας φωτίζει κατευθείαν μπροστά. Όταν το φλας μετακινείται σταδιακά στα πλάγια του θέματος, λιγότερο φως ανακλάται από το αντικείμενο προς την ΦΜ. Όταν η γωνία φτάσει ή ξεπεράσει τις 45 μοίρες τότε συνήθως απαιτείται η αύξηση του διαφράγματος κατά ένα stop. Βέβαια ο καλύτερος τρόπος προσδιορισμού του σωστού διαφράγματος είναι ο πειραματισμός και το bracketing (δηλ. το τράβηγμα πολλών φωτογραφιών με διαφορετικές εκθέσεις).

Αυτόματο φλας

Οι αισθητήρες των αυτομάτων φλας ανιχνεύουν το ανακλώμενο φως και, μειώνοντας την παραγωγή επιπλέον φωτός θεωρητικά καταφέρνουν να επιτυγχάνουν τέλειες εκθέσεις. Δυστυχώς το σύστημα αυτό εύκολα παραπλανάται μιά και οι αισθητήρες υποθέτουν πάντα ότι όλο το πλάνο ανακλά ομοιόμορφα το φως από το φλας. Αν το θέμα είναι απομονωμένο π.χ. ένας σταλακτίτης στη μέση ενός μεγάλου θαλάμου, μακριά από τους τοίχους, τότε σχεδόν όλο το φως από το φλας θα χαθεί στο χώρο χωρίς να ανακλαστεί. Το μόνο ανακλώμενο φως προέρχεται από τον σταλακτίτη ο οποίος καταλαμβάνει ένα μικρό ποσοστό του πλάνου. Φυσικά ο αισθητήρας αυτό δεν θα το καταλάβει και θα «υποθέσει» ότι το πλάνο χρειάζεται και άλλο φως οπότε θα δυναμώσει τη φλασιά υπερεκθέτοντας ολόκληρη τη φωτογραφία. Το αντίθετο μπορεί να συμβεί με επιφάνειες οι οποίες είναι πολύ ανακλαστικές π.χ. υγρά τοιχώματα. Σε αυτή την περίπτωση ο αισθητήρας ανιχνεύει περισσότερο από το επιθυμητό φως και μειώνει την ένταση της φλασιάς υποεκθέτοντας την φωτογραφία.

Για να ξεπεράσουμε αυτά τα προβλήματα πρέπει να παρατηρούμε το περιβάλλον που φωτογραφίζουμε και να προβλέπουμε πιθανά σφάλματα από τον αισθητήρα του φλας. Για παράδειγμα, αν το αντικείμενο που θέλουμε να φωτογραφίσουμε καταλαμβάνει το μισό πλάνο ενώ το υπόλοιπο είναι κενός χώρος, τότε το μισό φως θα χαθεί και η φωτογραφία μας θα υπερφωτισθεί κατά ένα stop. Η λύση σε αυτή την περίπτωση είναι να μειώσουμε το διάφραγμα κατά ένα f-stop από αυτό που μας δίνει το φλας.

Πολλαπλά φλας

Αν ένας σπηλαιολόγος φωτισθεί με 2 φλασιές από ένα σχετικά αδύναμο φλας, οποιαδήποτε κίνηση του θα προκαλέσει την εμφάνιση διπλού ειδώλου. Οι σκιές θα είναι και αυτές διπλές και μισοφωτισμένες, το υπόβαθρο μπορεί να φαίνεται πίσω από το είδωλο του σπηλαιολόγου. Για να αποφύγουμε αυτό το φαινόμενο, ο σπηλαιολόγος θα πρέπει να παραμείνει απόλυτα ακίνητος μεταξύ των δύο αναμάτων του φλας.

Περιορισμοί των αυτομάτων φλας

Όταν χρησιμοποιούμε πολλαπλά φλας εκτός από τα προαναφερθέντα προβλήματα μπορεί να έχουμε και το πρόβλημα της υποέκθεσης. Ο αισθητήρας ενός αυτόματου φλας μπορεί να συλλάβει φως και να επηρεασθεί από οποιαδήποτε πηγή, όχι μόνο από το δικό του. Αν δύο φλας ενεργοποιηθούν ταυτόχρονα το καθένα μπορεί να ανιχνεύσει το φως του αλλού και επομένως να ξεγελαστούν περιορίζοντας το φως πολύ νωρίς, υποεκθέτοντας τη φωτογραφία. Γι’ αυτό το λόγο καλύτερα να χρησιμοποιούνται χειροκίνητα φλας ή να λαμβάνονται μέτρα ώστε το ένα να μην επηρεάζει το άλλο.

Τα δύο διαγράμματα αντιπροσωπεύουν ένα πέρασμα και ένα θάλαμο. Ένα κρυμμένο φλας ενεργοποιείται στα (Α) και (Β), και δίνει ζωντάνια στη σύνθεση. Ο σπηλαιολόγος στο σημείο (C) είναι εκτός πλάνου και μπορεί να κινείται κατά την διάρκεια της φωτογράφησης. Το φλας (D) οπισθοφωτίζει τον σπηλαιολόγο (Ε) στο κέντρο του θαλάμου.

Χρησιμοποιώντας ένα φλας

Η επανειλημμένη πυροδότηση ενός φλας, αλλάζοντας θέση μεταξύ των φλασιών, μπορεί να δώσει φωτογραφίες ομοιόμορφα φωτισμένες χωρίς να φαίνεται καμία φιγούρα. Η τεχνική αυτή είναι πολύ χρήσιμη όταν φωτογραφίζουμε μόνοι μας, χωρίς βοηθούς. Υπάρχουν δύο πιθανοί στόχοι να δημιουργήσουμε μία σειρά από σιλουέτες του ίδιου ατόμου φωτισμένες από το φλας του ή να φωτίσουμε ομοιόμορφα ένα πέρασμα χωρίς να φαίνεται οποιαδήποτε σιλουέτα. Στη δεύτερη περίπτωση, όπως φαίνεται στο διάγραμμα, φλασιές κατευθύνονται προς αντίθετες πλευρές του περάσματος (θέσεις C και D) έτσι ώστε η σιλουέτα του φωτογράφου να πέφτει σε μαύρο φόντο και τελικά να μην φαίνεται.

Αυτός ο διάδρομος φωτίσθηκε από ένα σπηλαιολόγο χρησιμοποιώντας ένα φλας. Η ΦΜ ήταν σε τρίποδο με ανοιχτό τον φωτοφράκτη σε Β. Ο φωτογράφος περπάτησε στο διάδρομο ενεργοποιώντας το φλας που κρατούσε γύρω στις 30 φορές έτσι ώστε να φωτισθεί ομοιόμορφα ολόκληρος ο διάδρομος. Παρατηρήστε ότι ο φωτογράφος φαίνεται μόνο μία φορά μία και στη συνέχεια η σιλουέτα του έπεφτε στη περιοχή που δεν φωτιζόταν.

Σύνθεση

Το θέμα

Οι φωτογραφίες συνήθως περιέχουν ένα ή περισσότερα θέματα και ο φωτογράφος θα είναι αυτός που θα επιλέξει τον αριθμό τους, την τοποθέτησή τους στον χώρο και την σημασία που θα έχει το κάθε ένα. Συνήθως το θέμα σχηματίζει το κέντρο του ενδιαφέροντος, με διάφορα άλλα στοιχεία να το υποστηρίζουν. Μία απλή διάταξη είναι συνήθως ευκολότερο να ελεγχθεί και επομένως να επιτύχει. Ο φωτογράφος πρέπει να κανονίσει έτσι την σύνθεση και τον φωτισμό ώστε η προσοχή του θεατή να κατευθύνεται όπου αυτός έχει επιλέξει και συνήθως η επιτυχία ή αποτυχία μιας φωτογραφίας εξαρτάται από αυτό τον έλεγχο. Είναι σημαντικό να προσδιορισθεί το γιατί τραβιέται η φωτογραφία: είναι το θέμα ο σπηλαιολόγος που σέρνεται στην λάσπη, ή η λάσπη στην οποία σέρνεται ο σπηλαιολόγος; θέλουμε να δημιουργήσουμε μία ατμοσφαιρική φωτογραφία ή να καταγράψουμε με λεπτομέρεια ένα επιστημονικό δείγμα.

Προσκήνιο και φόντο

Για να είναι μία φωτογραφία επιτυχημένη το κύριο θέμα θα πρέπει να ξεχωρίζει από το περιβάλλον του, οπότε το κύριο θέμα θα πρέπει να έχει διαφορετικό τόνο και χρωματική χροιά από το φόντο. Τα χαρακτηριστικά του θέματος είναι επομένως ο κύριος ρυθμιστικός παράγοντας: προσδιορίζουν ποιος θα πρέπει να είναι ο τόνος και η χρωματική χροιά του φόντου. Αποφεύγετε περισπαστικές, ελαφρά φωτισμένες περιοχές στο φόντο. Το προσκήνιο επηρεάζει επίσης την φωτογραφία: ένα υπερβολικά φωτισμένο προσκήνιο αποσπά την προσοχή από το θέμα, ενώ σκοτεινές περιοχές μπορεί να οδηγήσουν την προσοχή όπου θέλουμε.

Χρώμα

Η προσεκτική χρήση του χρώματος επηρεάζει την διάθεση και είναι ένα σημαντικό μέρος της σύνθεσης. Συχνά υπάρχει ένα υπερισχύων χρώμα, όπως το καφέ της λάσπης ή το κιτρινωπό των σταλακτιτών. Δυνατές και ενδιαφέρουσες φωτογραφίες μπορεί να δημιουργηθούν με την πρόσθεση ενός χρώματος που διαφοροποιείται από το περιβάλλον όπως ένας σπηλαιολόγος που φοράει φόρμα κίτρινου ή κόκκινου χρώματος.

Όταν κοιτάζουμε μία φωτογραφία με καλή σύνθεση το μάτι ελκύεται πρώτα σε ένα σημείο πριν περιπλανηθεί στην υπόλοιπη φωτογραφία. Ένα θέμα με χρώμα που δημιουργεί αντίθεση βοηθά τον φωτογράφο να κατευθύνει το ενδιαφέρον όπου εκείνος επιθυμεί.